Ομιλία του αν Προέδρου του Κ.Σ. ΕΔΕΚ Μαρίνου Σιζόπουλου

Για να καθοριστεί η μορφή και το περιεχόμενο της λύσης του κυπριακού θα πρέπει πρώτα να απαντηθούν τα εξής ερωτήματα

Ποια είναι η πραγματική υφή του κυπριακού

Ποια είναι η αντίπαλη πλευρά

Ποιος είναι ο τελικός στόχος της Τουρκίας, και τέλος

Ποια μορφή λύσης θα υποβοηθήσει ή θα ανατρέψει τον τελικό τουρκικό στόχο

 

Η πραγματική υφή του κυπριακού είναι η εισβολή, η συνεχιζόμενη κατοχή και η εθνοκάθαρση, ως αποτέλεσμα της επεκτατικής πολιτικής της Τουρκίας. Σε καμιά περίπτωση δεν είναι πρόβλημα των δύο κοινοτήτων, άρα δεν είναι διακοινοτική διαμάχη. Αυτό επιβεβαιώνεται και από το βιβλίο του τούρκου πρωθυπουργού το στρατηγικό βάθος στο οποίο αναφέρει ότι η Τουρκία ακόμα και εάν δεν υπήρχε έστω και ένας Τ/Κύπριος έπρεπε να τον εφεύρει για να ελέγχει τις εξελίξεις στην Κύπρο.

 

Με αυτό δίνεται απάντηση και στο δεύτερο ερώτημα. Αντίπαλη πλευρά είναι η Τουρκία και όχι οι Τ/Κύπριοι.

 

Το τρίτο είναι το πλέον κρίσιμο ερώτημα που θα πρέπει να απαντηθεί, δηλαδή ποιος είναι ο τελικός στόχος της Τουρκίας;

 

Η Τουρκία έχει προ πολλού καταστήσει σαφείς τις προθέσεις-της για επανάκτηση της Κύπρου, είτε με τον πλήρη πολιτικοστρατιωτικό έλεγχο σε πρώτη φάση, είτε και με την ολική εδαφική κατάληψη και προσάρτηση σε δεύτερη φάση.

 

Ο στόχος αυτός εξυπηρετούσε  δύο στρατηγικές επιδιώξεις τις οποίες ανέπτυξε το Τουρκικό κράτος μετά το Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο.

 

Η πρώτη  αφορούσε την αντίληψη ότι η Τουρκία δεν μπορεί να είναι κράτος ξηράς. Πρέπει να έχει θαλάσσια έξοδο προς το Αιγαίο και την Ανατολική Μεσόγειο με διάσπαση του ελληνικού θαλάσσιου αποκλεισμού. Αποκλεισμός ο οποίος θα ήταν πλήρης από τη στιγμή που η Κύπρος θα ενωνόταν με την Ελλάδα και θα επεκτεινόταν μέχρι την Αν. Μεσόγειο το Ελληνικό νησιωτικό πλέγμα.

 

Η δεύτερη, στην ανάγκη ενίσχυσης της γεωστρατηγικής-της σημασίας στην ευαίσθητη περιοχή της Μ. Ανατολής, λόγω των ενεργειακών πηγών, αλλά και των θαλασσίων οδών και τη μετατροπή-της σε περιφερειακή δύναμη με παγκόσμια εμβέλεια. Η επιδίωξη αυτή με την ανακάλυψη των υδρογονανθράκων προσλαμβάνει ακόμα μεγαλύτερη σημασία.

 

Γι΄ αυτό διεκδίκησε συγκυριαρχία στο Αιγαίο και δικαιώματα στην Κύπρο, ώστε να αμφισβητήσει την Ελληνικότητα του νησιού και να αποτρέψει την ένωση με την Ελλάδα.

Επιβεβαιωτικό των πιο πάνω είναι η έκθεση την οποία συνέταξε ο εκπρόσωπος της Ελλάδας στις συνομιλίες της Γενεύης το 1964 πρέσβης Δημήτρης Νικολαρείζης (14.7.1964), όπου ο Ατσεσον έθεσε κατά προτεραιότητα ζητήματα τα οποία είχαν σχέση με την ασφάλεια της Τουρκίας και όχι με τα δικαιώματα των Τουρκοκυπρίων.

 

Συγκεκριμένα η έκθεση αναφέρει:

«Την Τουρκία ευλόγως ανησυχεί μελλοντική τύχη Κύπρου. Διότι από βορρά συνορεύει με τη Σοβιετικήν ΄Ενωσιν, εις ευρωπαικόν ηπειρωτικόν τμήμα της με Βουλγαρία και εν συνεχεία με Ελλάδα, η οποία δια συνόρων Έβρου και σειράς ελληνικών νήσων κυκλώνει Μικρασιατικήν ακτήν Τουρκίας. Κύκλωσις θα συνεπληρούτο εάν εις Ελλάδα περιήρχετο και Κύπρος, η οποία θα απετέλει νέαν σφήνα προς κατεύθυνση κόλπου Αλεξανδρέττας. Τούτο Τουρκία δεν δύναται δεχθή».

 

Ο σχεδιασμός για την υλοποίηση αυτού του στόχου είχε ανατεθεί στον Νιχάτ Ερίμ.

Το σχέδιο ετοιμάσθηκε το 1956 και ανατέθηκε στο Γραφείο Ειδικού Πολέμου του τουρκικού στρατού η προώθηση της εφαρμογής-του.

 

Η υλοποίηση του στόχου για επανάκτηση της Κύπρου περιλάμβάνε 5 στάδια,

 

1. Η επιστροφή στην Κύπρο ως ενδιαφερόμενου μέρους.

Έχει επιτευχθεί με την τριμερή Διάσκεψη του Λονδίνου το 1955

2. Η απόκτηση δικαιωμάτων επί της Κύπρου.

Έχει επιτευχθεί με τις συμφωνίες Ζυρίχης – Λονδίνου

3. Η κατάληψη του 30% του εδάφους της Κύπρου. Στην περιοχή αυτή οι Έλληνες να μην υπερβαίνουν το 10%.

Η κατάληψη έχει επιτευχθεί με την τουρκική εισβολή του 1974, ενώ ο εποικισμός συνεχίζεται.

4. Στο τμήμα που θα παραχωρηθεί στους Ε/Κυπρίους η Τουρκία να έχει λόγο για την ασφάλεια και τη λειτουργία-του.

5. Ο δια δημοψηφίσματος καθορισμός της τελικής μορφής επίλυσης του κυπριακού να μην προκαλεί ανησυχία στην Τουρκία ότι το τουρκικό στοιχείο θα είναι μειοψηφία.

 

Η Τουρκία από τη δεκαετία του 1950 έχει καθορίσει ως ενδιάμεση και μεταβατική λύση την Ομοσπονδία με γεωγραφικό διαχωρισμό, δηλ. τη Συνομοσπονδία. Η διχοτόμηση δεν ήταν και δεν είναι ο τελικός στόχος της Τουρκίας.

 

Αυτό επιβεβαιώνεται και από τα ακόλουθα:

 

Στις συνομιλίες Ελλάδας – Τουρκίας για την επίλυση του κυπριακού το Δεκ. 1966 στο Παρίσι ο τούρκος ΥΠΕΞ Τσαγλαγιαγκίλ, σύμφωνα με τα πρακτικά της συνάντησης, ανέφερε ότι: « Τα σημερινά δεδομένα δεν επιτρέπουν ούτε ένωση ούτε διχοτόμηση».

 

Στην έκθεση του εκπροσώπου του ΟΗΕ Γκάλο Πλάζα το 1966 οι τουρκικές θέσεις  συνοψίζονται στα εξής:

 

 

                                                               

Εμμονή στο γεωγραφικό διαχωρισμό των δύο κοινοτήτων, υπό ομοσπονδιακό σύστημα διακυβέρνησης

Καταναγκαστική ανταλλαγή πληθυσμών ώστε η κάθε κοινότητα  να κατέχει χωριστό τμήμα

Η γραμμή διχοτόμησης θα αρχίζει βορειοδυτικά από το χωριό Γιαλιά, θα διασχίζει το κέντρο της Λευκωσίας και της Αμμοχώστου. Η βορείως της γραμμής περιοχή θα διοικείται από την τουρκοκυπριακή κοινότητα, θα περιλαμβάνει 1084 τετραγωνικά μίλια ή 38% της συνολικής επιφάνειας της Κύπρου

Καθεμιά των δύο χωριστών κοινοτικών περιοχών θα απολαμβάνει αυτοκυβέρνησης σε όλα τα θέματα, εκτός των ομοσπονδιακών υποθέσεων

Εις την τουρκοκυπριακή ζώνη ο αριθμός των Ελληνοκυπρίων να είναι μικρότερος του 10% του συνολικού πληθυσμού-της

 

Στις συνομιλίες του Έβρου τον Αυγ. και Σεπτ. του 1967 η τουρκική αντιπροσωπεία πρότεινε τη μεταβολή της Κύπρου σε ομοσπονδία με γεωγραφική βάση. Να αποτελείται από δύο επαρχίες, την Ελληνική και την Τουρκική. Η καθεμιά να έχει εσωτερική αυτονομία, νομοθετική, διοικητική και δικαστική εξουσία. Μάλιστα ο πρωθυπουργός της Τουρκίας Ντεμιρέλ είχε τονίσει ότι η Ζυρίχη καθόρισε ομοσπονδία στη βάση των πολιτών, τώρα πρέπει να εγκατασταθεί ομοσπονδία στη βάση των κοινοτήτων.

 

Στις 5.8.1974 ο  τούρκος πρέσβης στις ΗΠΑ Μεχίλ Ενενμπέλ σε συνάντησή-του με τον υφυπουργό Εξωτερικών Τζ. Σίσκο μεταξύ άλλων είχε αναφέρει: «Η Τουρκία δεν πρόκειται  να αποδεχθεί λύση διπλής ένωσης ή διχοτόμησης. Επιδιώκει λύση Ομοσπονδίας με γεωγραφικό διαχωρισμό».

 

Για πρώτη φορά επίσημα η έννοια της Διζωνικής Δικοινοτικής Ομοσπονδίας εμφανίσθηκε στις ιδέες Γκουεγιάρ τον Ιουλίου 1989, στις οποίες αναφερόταν ότι:

 

« Η συμφωνία που θα εγκριθεί και από τις δύο κοινότητες σε ξεχωριστά δημοψηφίσματα, θα εγκαθιδρύσει μια ομοσπονδιακή δημοκρατία, δικοινοτική ως προς τη συνταγματική πτυχή και διζωνική ως προς την εδαφική πτυχή.

 

Η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία θα αποτελείται από δύο πολιτικά ισότιμα ομόσπονδα κράτη».

 

Η παραπάνω πρόνοια υιοθετήθηκε  στο ψήφισμα 649 του Σ.Α. στις 12.3.1990. Στην ουσία η τουρκική επιδίωξη έγινε και επίσημα αποδεκτή, δυστυχώς με την συγκατάθεση της κυβέρνησης της Κ.Δ.. Ο συνδυασμός μάλιστα του γεωγραφικού διαχωρισμού με την πολιτική ισότητα οδηγεί στην πλήρη εξίσωση της μειοψηφίας με την πλειοψηφία, είτε στο επίπεδο της κοινότητας, είτε πολύ χειρότερα στο επίπεδο του συνιστώντος κράτους, όπως προσδιορίσθηκε στις Ιδέες Γκουεγιάρ και επιβεβαιώθηκε στο σχέδιο Ανάν.

 

Είναι σημαντικό να κατανοήσουμε τη διαφορά ανάμεσα στην πολιτική ισότητα των δύο κοινοτήτων με την πολιτική ισότητα των πολιτών. Το δεύτερο είναι επιθυμητό και θα πρέπει να αγωνισθούμε να το διασφαλίσουμε γιατί κατοχυρώνεται από το χάρτη δικαιωμάτων του πολίτη, αλλά και από το ευρωπαϊκό κεκτημένο.

                                                                               

Για την εφαρμογή της πολιτικής ισότητας ανάμεσα στις δύο κοινότητες σε περίπτωση επίλυσης του κυπριακού, θα πρέπει να παραβιασθούν σημαντικά πολιτικά και ανθρώπινα δικαιώματα των πολιτών, όπως η εγκατάσταση, το δικαίωμα περιουσίας, εργασίας, ιδιοκτησίας, άσκησης του εκλογικού δικαιώματος. Στοιχεία ασύμβατα με την έννοια της ομοσπονδίας και εν πολλοίς συμβατά με την έννοια της συνομοσπονδίας.

 

Ο τ. Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας Μιχ. Τριανταφυλλίδης σε ομιλία-του είχε αναφέρει σχετικά με το θέμα αυτό και τα ακόλουθα:

 

«Η Τ/Κυπριακή θέση περί διζωνικότητας όπως τη βλέπουμε μέσα από δηλώσεις και διεκδικήσεις σαφώς προϋποθέτει περαιτέρω διαχωρισμό, πέραν του γεωγραφικού.

 

Πρέπει να επιδιώξουμε οποιαδήποτε συμφωνία να προβλέψει επί ορθής βάσης σχετικά με τα ανθρώπινα δικαιώματα και την απόλαυση των τριών βασικών ελευθεριών σε όλο το χώρο της επικράτειας κατά πάντα χρόνο, απ΄ όλους τους πολίτες, χωρίς διακρίσεις. Εάν αυτό δεν είναι δυνατό να επιτευχθεί, σημαίνει εγκατάλειψη της έννοιας της ομοσπονδίας, εμπλεκόμαστε σε έννοιες που έχουν σχέση μόνο με συνομοσπονδία, και, ο μη γένοιτο, μπορεί να καταλήξουμε και στο διαμελισμό».

 

Η υποβολή του σχεδίου Ανάν έχει επιβεβαιώσει κατά τον καλύτερο τρόπο πως επιχειρείται να εφαρμοσθεί η Διζωνική Δικοινοτική Ομοσπονδία. Ο λαός την έχει απορρίψει με συντριπτική πλειοψηφία. Οφείλουμε να σεβαστούμε την λαϊκή ετυμηγορία, πολύ δε περισσότερο από την στιγμή που αυτή αποτελεί το προτελευταίο στάδιο υλοποίησης του τουρκικού στόχου για επανάκτηση της Κύπρου.

 

Με βάση τις συσσωρευμένες εμπειρίες από το διακοινοτικό διάλογο, αλλά και τις τουρκικές προκλήσεις και διεκδικήσεις απαιτείται ο επαναπροσδιορισμός της τακτικής-μας ή καλύτερα ο καθορισμός νέας στρατηγικής

 

Αυτή θα πρέπει να περιλαμβάνει τις παρακάτω βασικές παραμέτρους:

1. Ο διακοινοτικός διάλογος να αφορά την εσωτερική πτυχή του κυπριακού. Η Κ.Δ. να απαιτήσει τη σύγκληση Διεθνούς Διάσκεψης με σωστή σύνθεση που θα συζητήσει τη διεθνή πτυχή, δηλ. την αποχώρηση των τουρκικών στρατευμάτων, των εποίκων, την κατάργηση των αναχρονιστικών εγγυήσεων και των επεμβατικών δικαιωμάτων

2.            Καθορισμός ενιαίας Εθνικής πολιτικής για αντιμετώπιση του τουρκικού επεκτατισμού.

3.            Μονομερή τερματισμό της ευρωπαικής πορείας της Τουρκίας μέχρι να αναγνωρίσει την Κ.Δ. και να υλοποιήσει τις δεσμεύσεις που ανέλαβε έναντι της Ε.Ε. το Σεπτέμβριο του 2005

4.            Αίτημα προς την Ε.Ε. για λήψη πρακτικών μέτρων σε βάρος της Τουρκίας κατά το πρότυπο των μέτρων σε βάρος της Ρωσσίας

5.            Σωστή προετοιμασία για προσφυγή στο Σ.Α. του ΟΗΕ

6.            Ετοιμασία περιγράμματος λύσης του κυπριακού στη βάση της ομόφωνης απόφασης του Ε.Σ. του Σεπτ. του 2009 και υποβολή στον ΟΗΕ και την Ε.Ε.                                                                               

7.            Αξιοποίηση των νέων γεωστρατηγικών δεδομένων που διαμορφώθηκαν με την ανακάλυψη των Υδρογονανθράκων

8.            Άμεση υλοποίηση της συμφωνίας του Καίρου για οριοθέτηση της ΑΟΖ μεταξύ Κύπρου – Ελλάδας και Αιγύπτου

9.            Εγκατάλειψη της μονόπλευρης εξωτερικής πολιτικής και αξιοποίηση των νέων γεωστρατηγικών δεδομένων, ενίσχυση των σχέσεών-μας με παραδοσιακά συμμαχικές χώρες, όπως η Ρωσσία.