Ομιλία του Γενικού Γραμματέα της Κ.Ε. του ΑΚΕΛ, Άντρου Κυπριανού, στην εκδήλωση του ιδρύματος Λυσσαρίδη

Θέλω πρώτα να ευχαριστήσω το Ίδρυμα Λυσσαρίδη για την ευγενική πρόσκληση να παραστώ και να μιλήσω στην πρώτη πολιτικού περιεχομένου εκδήλωσή του. Εύχομαι η λειτουργία του να συμβάλει στο συλλογικό προβληματισμό για τα μεγάλα ζητήματα που απασχολούν τον τόπο μας.

Η συζήτηση κατά πόσο υφίσταται ανάγκη επανατοποθέτησης και επαναπροσδιορισμού της μορφής και του περιεχομένου λύσης του Κυπριακού δεν είναι νέα. Συνεχίζεται εδώ και πολλά χρόνια ενώ απασχόλησε και το Εθνικό Συμβούλιο. Τέτοια συζήτηση προγραμματίζεται και στην επικείμενη πολυήμερη συνεδρία του σώματος.

Σταθερή θέση του ΑΚΕΛ είναι ότι ασφαλώς και χρειάζεται, ανάλογα με τις εκάστοτε συνθήκες, να προσαρμόζεται η τακτική μας. Αντενδείκνυται όμως κατά την άποψη μας ο επαναπροσδιορισμός της μορφής και του περιεχομένου της λύσης.

Από το 1977, στη συμφωνία Υψηλού Επιπέδου Μακαρίου – Ντενκτάς, έχει συμφωνηθεί ως μορφή λύσης η δικοινοτική, διζωνική ομοσπονδία με όσα αυτό συνεπάγεται για το συγκεκριμένο περιεχόμενό της. Γνωρίζω ότι θα λεχθεί πως η συγκεκριμένη συμφωνία δεν αναφέρεται σε διζωνικότητα. Αυτή, όμως, είναι μόνο η μισή αλήθεια. Όντως, εκεί δεν υπάρχει ο όρος «διζωνική», υπάρχει όμως το περιεχόμενο της έννοιας. Πιο συγκεκριμένα, γίνεται αναφορά σε έδαφος που θα τελεί κάτω από τη διοίκηση της κάθε κοινότητας. Ακριβώς  το περιεχόμενο της διζωνικής δεν είναι τίποτα άλλο από την ύπαρξη δύο ζωνών( ή πολιτειών όπως ονομάζονται στις ΗΠΑ ή γαιών όπως ονομάζονται στη Γερμανία ή καντονίων όπως ονομάζονται στην Ελβετία ή επαρχιών όπως ονομάζονται στον Καναδά, αυτό δεν έχει ουσιαστική σημασία. Καθεμιά από αυτές θα διοικείται από την αντίστοιχη κοινότητα. Κακώς γίνεται σύγκριση με τις ζώνες στη Γερμανία μετά το Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο, γιατί εκείνες δεν είχαν καμιά απολύτως σχέση με την πολιτειακή δομή της χώρας και, συνεπώς, συγκρίνονται ανόμοιες καταστάσεις.

Όσον αφορά την «ταμπέλα», στη συνέχεια έγινε δεκτή και αυτή. Όλα τα σχέδια του ΟΗΕ που υποβλήθηκαν μετά τις Συμφωνίες Υψηλού Επιπέδου προνοούν ρητώς για διζωνική ομοσπονδία όσον αφορά την εδαφική πτυχή. Υιοθετούν δηλαδή τον όρο και του προσδίδουν το περιεχόμενο που αναφέραμε πιο πάνω. Το ίδιο και πληθώρα ψηφισμάτων του Συμβουλίου Ασφαλείας. Κανένα από τα πιο πάνω δεν απορρίφθηκε λόγω αναφοράς σε διζωνική. Για να μην πηγαίνουμε μακριά, η ίδια η συμφωνία της 8ης Ιουλίου, κάτω από τον τίτλο «Δέσμη Αρχών» προνοεί ρητώς για λύση διζωνικής, δικοινοτικής ομοσπονδίας.

Βεβαίως, προβάλλεται ευρέως το γνωστό  επιχείρημα ότι δεν έχει σημασία η ταμπέλα αλλά το περιεχόμενο της λύσης. Είναι και αυτή  μισή αλήθεια. Στο σημερινό κόσμο υπάρχουν γύρω στα είκοσι ομοσπονδιακά κράτη τα οποία καταλαμβάνουν περίπου τη μισή έκταση του πλανήτη ενώ σε αυτά ζει το 40% του παγκόσμιου πληθυσμού. Δεν βρίσκεις ούτε δύο που να είναι απόλυτα ίδια μεταξύ τους. Το καθένα από αυτά έχει τις δικές του ιστορικές, γεωγραφικές, εδαφικές, πληθυσμιακές ή άλλες ιδιομορφίες που καθορίζουν το συγκεκριμένο περιεχόμενο της ομοσπονδιακής τους πολιτειακής δομής.

Ταυτόχρονα, όμως, υπάρχουν και κοινά χαρακτηριστικά γνωρίσματα όλων των ομοσπονδιακών κρατών, χωρίς τα οποία ο όρος «ομοσπονδία» θα ήταν απλώς ένα κέλυφος κενό περιεχομένου. Επιγραμματικά, όλα τα ομοσπονδιακά κράτη έχουν μία και μόνη διεθνή προσωπικότητα, κυριαρχία και ιθαγένεια και σέβονται τις βασικές ελευθερίες. Αυτά ακριβώς τα γνωρίσματα διαφοροποιούν το ομοσπονδιακό κράτος από τη συνομοσπονδία κρατών. Γι’ αυτό μας βρίσκει απόλυτα σύμφωνους ότι στο μελλοντικό ομοσπονδιακό μας κράτος πρέπει να γίνονται σεβαστές οι πιο πάνω αρχές. Δεν μπορούμε, όμως, να βάζουμε τελεία εδώ.

Τα ομοσπονδιακά κράτη έχουν και εσωτερικά κοινά χαρακτηριστικά γνωρίσματα: Το κάθε ομοσπονδιακό κράτος αποτελείται τουλάχιστον από δύο περιφέρειες, καθεμιά από τις οποίες έχει δικό της σύνταγμα και δικά της όργανα εξουσίας. Αφού υπάρχουν ομοσπονδιακά και ομόσπονδα όργανα εξουσίας, υπάρχει και καταμερισμός αρμοδιοτήτων μεταξύ τους. Συνεπώς, αν όντως δεχόμαστε την ομοσπονδία θα πρέπει να αποδεχθούμε ότι και στο δικό μας ομοσπονδιακό κράτος θα υπάρχουν περιφέρειες με δικό τους σύνταγμα, δική τους κυβέρνηση, Βουλή και δικαστήρια και δικές τους αρμοδιότητες. Αν δεν τα δεχόμαστε αυτά, τότε απορρίπτουμε την ομοσπονδιακή λύση.

Από εκεί και πέρα και η δική μας ομοσπονδία θα έχει τις ιδιαιτερότητες της, που ήδη σε μεγάλο βαθμό προανέφερα: Δικοινοτισμός, διζωνικότητα και πολιτική ισότητα. Ο δικοινοτισμός, που κατοχυρώνεται και στο Σύνταγμα της Κυπριακής Δημοκρατίας, σημαίνει θεσμοθετημένη συμμετοχή των δύο κοινοτήτων στα όργανα εξουσίας και στις αποφάσεις που αυτά λαμβάνουν. Η διζωνικότητα, όπως προανέφερα, σημαίνει δύο περιφέρειες, καθεμιά από τις οποίες θα διοικείται από την αντίστοιχη κοινότητα. Η δε πολιτική ισότητα, σύμφωνα με τον ορισμό του ΟΗΕ που η πλευρά μας υιοθέτησε, συνιστά σύζευξη του ομοσπονδιακού συστήματος με το δικοινοτισμό. Δεν σημαίνει αριθμητική ισότητα αλλά, κυρίως, αποτελεσματική συμμετοχή στα ομοσπονδιακά όργανα και τις αποφάσεις τους και ίση συμμετοχή στη Γερουσία.

Συνεπώς, αν αποδεχόμαστε τη διζωνική, δικοινοτική ομοσπονδία όπως συμφωνήθηκε εδώ και τέσσερις σχεδόν δεκαετίες, οφείλουμε να δεχθούμε το μίνιμουμ περιεχόμενό της όπως το περιέγραψα. Αν όχι, σημαίνει ότι την απορρίπτουμε και τα περί ταμπέλας και περιεχομένου δεν πρόκειται να πείσουν, όχι μόνο τους Τουρκοκύπριους αλλά ούτε τη διεθνή κοινότητα.

Ασφαλώς όλοι συμφωνούμε ότι πρέπει να αναδεικνύουμε το Κυπριακό πρώτιστα ως πρόβλημα εισβολής και κατοχής και, συνεπακόλουθα, κατάφωρης παραβίασης βασικών αρχών του διεθνούς δικαίου. Έχοντας, όμως, επίγνωση ότι αυτό δεν είναι αρκετό από μόνο του να μας οδηγήσει σε λύση στη βάση αρχών. Ο λόγος είναι ευνόητος: Ο σύγχρονος κόσμος δεν λειτουργεί στη βάση του διεθνούς δικαίου αλλά κυρίως με γνώμονα τα συμφέροντα.  Αυτό δεν μπορούμε να το παραγνωρίζουμε όταν συζητούμε κατά πόσο πρέπει να αλλάξουμε στρατηγική.

Να αλλάξουμε στρατηγική και να κάνουμε τι; Εμείς πιστεύουμε ότι αν αναθεωρήσουμε το στόχο της διζωνικής, δικοινοτικής ομοσπονδίας όχι μόνο δεν θα διασφαλίσουμε καμιά στήριξη, αλλά θα βρούμε απέναντι μας τη διεθνή κοινότητα και θα οδηγηθούμε σε πλήρη απομόνωση. Οι πρόσφατες άκρως αρνητικές εξελίξεις μιλούν από μόνες τους. Ενώ ο Πρόεδρος Αναστασιάδης, κακώς πράττοντας, έβαλε στην τράπεζα των διαπραγματεύσεων το θέμα του φυσικού αερίου, όχι μόνο δεν απέφυγε νέα τουρκική NAVTEX αλλά είχαμε τη χειρότερη εδώ και πολλά χρόνια έκθεση του Γ.Γ. Οι βαθύτεροι λόγοι αυτής της απαράδεκτης στάσης της Γραμματείας του ΟΗΕ, που δεν δικαιολογείται με τίποτε, πρέπει να αναζητηθούν στη λανθασμένη πολιτική της τελευταίας διετίας, που παρέπαιε μεταξύ της ανάγκης μιας συνεπούς και πειστικής γραμμής για λύση στη συμφωνημένη βάση και χειρισμών για εσωτερική κατανάλωση. Η ιστορική εμπειρία απέδειξε κατ’ επανάληψη ότι τέτοιες εξεζητημένες πολιτικές πάντα αποδεικνύονται ζημιογόνες για το Κυπριακό.

Εδώ και δύο χρόνια δεν γίνονται ουσιαστικές συνομιλίες και αυτή τη στιγμή δεν υπάρχει διαπραγματευτική διαδικασία. Η Τουρκία γίνεται ολοένα και πιο επιθετική και η διεθνής κοινότητα δεν μας στηρίζει αποτελεσματικά. Ο κίνδυνος οριστικής διχοτόμησης είναι πιο ορατός από ποτέ. Και δεν θα τον αποτρέψουμε αλλάζοντας στρατηγική αλλά, αντιθέτως, παραμένοντας αταλάντευτα προσηλωμένοι στο συμφωνημένο πλαίσιο της διζωνικής, δικοινοτικής ομοσπονδίας. Είναι επιτακτική ανάγκη να αναλάβουμε πρωτοβουλίες, πάντα βασισμένες σε αρχές αλλά ταυτόχρονα ικανές να αναγκάσουν την Τουρκία να αποκλιμακώσει την κρίση που η ίδια δημιούργησε. Μόνο έτσι θα δημιουργηθούν οι κατάλληλες προϋποθέσεις για επανέναρξη  της διαπραγματευτικής διαδικασίας, που είναι ο μόνος προσφερόμενος τρόπος για απελευθέρωση, επανένωση και βιώσιμη λύση του Κυπριακού.

Σε αυτά τα πλαίσια το ΑΚΕΛ είναι έτοιμο να ακούσει προτάσεις και εισηγήσεις. Αν κρίνουμε ότι αυτές εξυπηρετούν το στόχο που ανάφερα πιο πάνω δεν έχουμε καμιά δυσκολία να τις υιοθετήσουμε.